Από τον Γιάννη Πολίτη
Καθηγητή στο Τμήμα Επιστήμης Ζωικής Παραγωγής του Γεωπονικού Πανεπιστήμιου Αθηνών
‘Ένας τόπος με το παράξενο όνομα Τσίντζινα* η Πολύδροσο
Δεν ξέρω κανένα τουριστικό γραφείο που να οργανώνει ταξίδια στα Τσίντζινα, αυτό τον άγνωστο παράδεισο στα ορεινά του Πάρνωνα. Δεν θα το βρείτε σε κανέναν οδηγό που να περιέχει τα “in” ορεινά θέρετρα της χώρας μας. Αν κάποτε θελήσετε να πάτε, πρέπει να οργανώσετε το ταξίδι μόνοι σας.

Τσίντζινα – Πολύδροσο Λακωνίας, το χωριό του Πάρνωνα.
Βρέθηκα και εγώ στα Τσίντζινα πριν από λίγο καιρό μαζί με έναν φίλο που είχε βαρεθεί να ακούει τις ατελείωτες ιστορίες μου. Τα Τσίντζινα είναι για μένα ο γενέθλιος τόπος. Οργανώσαμε ένα μονοήμερο ταξίδι για να ξεφύγουμε, έστω και για μια μέρα, από τα παράθυρα, τις βρισιές, τους παράγοντες με τα πούρα, τους εξαγορασμένους, τα βαποράκια, τους δικολάβους. Θέλαμε να περπατήσουμε σ’ ένα μέρος που δε χρειάζεται να είναι κανείς φορτωμένος με σύμβολα δύναμης δηλ. αυτοκίνητα, αναγνωρίσιμα ρούχα, αναγνωρίσιμες παρέες. Με απλά λόγια θέλαμε να βρεθούμε μακριά από αυτό το καρναβάλι μιας δήθεν συμπεριφοράς με βάση τις συμβουλές των περιοδικών του life style.

Τσίντζινα – Πολύδροσο
Τα ταπεινά Τσίντζινα είναι ένα μέρος που οι άνθρωποι ξέρουν να γελούν, να αστειεύονται, να εκνευρίζονται, ενίοτε να βλασφημούν αλλά ταυτόχρονα να απολαμβάνουν το ούζο τους στην αναπάντεχη λιακάδα, να τιμούν τις φιλίες τους, να μεγαλώνουν τα παιδιά τους, να καλλιεργούν τη γη, να παράγουν προϊόντα, να μάχονται και να νικούν, να μάχονται και να ηττώνται γιατί και αυτό είναι στο παιχνίδι, να ομολογούν ότι δεν ξέρουν, ότι κάποτε φοβούνται, αλλά πάντα να ελπίζουν, πάντα να προσπαθούν όποιες και αν είναι οι αντιξοότητες.
Αφήσαμε πίσω μας το παλιό δρόμο Τρίπολης – Σπάρτης, παίρνοντας ένα στενό δρόμο, που άλλοτε ανεβαίνει, άλλοτε κατεβαίνει μέσα σε όμορφες ρεματιές. Το τοπίο πρώτα τραχύ και λιτό γεμάτο πέτρες, μικρούς λόφους, αγκάθια και κατσίκες. Εκατοντάδες κατσίκες, η μόνη ένδειξη ζωής, που επιβιώνουν με το τίποτα, τρώνε μέχρι και τα αγκάθια και γλείφουν και το αλάτι. Όσο περνάει η ώρα, το πράσινο κυριαρχεί, μετά τη Βαμβακού βλέπεις την ταμπέλα ότι είσαι στα 1.200 μέτρα υψόμετρο, συνεχίζεις να ανεβαίνεις και καταλαβαίνεις ότι πλησιάζεις. Ξαφνικά από μια στροφή του δρόμου αντικρίζεις τα Τσίντζινα. Σου έρχονται στο μυαλό μνήμες από την παιδική ηλικία όταν όλα τα παιδιά περιμέναμε το μικρό, πάντα σκονισμένο, λεωφοριάκι που μετά από καμία 30 χιλιόμετρα δύσκολου χωματόδρομου έφθανε στην πλατεία του χωριού. Ερχόταν τρεις φορές την εβδομάδα και ήταν πάντα γεμάτο μετανάστες ντυμένους με παράξενα ρούχα φορτωμένο με τις τεράστιες βαλίτσες τους που για να λέμε «του στραβού το δίκιο», έντυσαν γενιές και γενιές.
Αφήσαμε το αυτοκίνητο κοντά στην πλατεία και πήγαμε να πιούμε καφέ στο καφενεδάκι του Μοτίβου. Ήταν ο εκδότης της τοπικής εφημερίδας στις δεκαετίες του 60 και 70 που έφερνε τα νέα του χωριού στους απανταχού «Τσιντζινιώτες». Τσιντζινιώτες στην Αίγυπτο όπου κάποτε διέπρεψαν δεν υπήρχαν πια, οι τελευταίοι επέστρεψαν άρον, άρον αλλά η μετανάστευση δεν σταμάτησε ποτέ, είχε στραφεί προς Καναδά και Αμερική, κάποιοι λίγοι και προς Αυστραλία. Μιλάμε για άλλες εποχές δύσκολο να τις φανταστεί κανείς, το χωριό είχε ένα μόνο δημόσιο τηλέφωνο με την ουρά αναμονής να φτάνει μέχρι τη βρύση. Οι πάντες ήξεραν τα πάντα, «ιδιωτικότητα» μηδέν. Ο φίλος μου ήταν εκστασιασμένος, άκουγε το θρόισμα του αέρα που κατέβαινε τη ρεματιά, ακόμα και τις βελόνες των ελάτων. Τα πεύκα τα θεωρούσαμε παρακατιανά, δένδρα χαμηλότερων υψομέτρων. Εδώ είναι «η οπισθοφυλακή του κόσμου» ακολουθούμενο και από το ότι εδώ «δοξάζεται ο θεός των μικρών πραγμάτων» άκουσα το φίλο μου να λέει. Στο διπλανό τραπεζάκι δυο τρεις γέροντες με τις τραγιάσκες τους, απομεινάρια θαρρείς μίας άλλης εποχής, μας χαιρέτησαν, μας κέρασαν καφέ, δεν είχαν όμως όρεξη για πολλές κουβέντες, παρέμειναν βυθισμένοι στη σιωπή τους. Ίσως από την ανάγκη που έχει κάθε άνθρωπος να ακούσει κάποιες στιγμές τον εαυτό του.

Τσίτζινα – Πολύδροσο στον Πάρνωνα Λακωνίας
Κάναμε μετά μια βόλτα στο χωριό. Οι λέξεις μου άλλοτε έβγαιναν χαρούμενες βλέποντας το μικρό γηπεδάκι όπου κάποτε ονειρευόμουν να γίνω Σάββας Θεοδωρίδης, ο θρυλικός τερματοφύλακάς του αγαπημένου μου Ολυμπιακού στις αρχές της δεκαετίας του 60. Γηπεδάκι ήταν στη φαντασία μου στην πραγματικότητα ήταν ένα σχετικά επίπεδο χωραφάκι με λίγες καρυδιές στις άκρες που χρησίμευαν για δοκάρια. Θυμήθηκα καθώς περνούσα ότι ο Ολυμπιακός μετά το θρυλικό Σάββα δεν ευτύχησε στους τερματοφύλακες του. Ο γείτονας μου ο Θανάσης, γραμματέας στην κοινότητα του χωριού, έλεγε τότε με παράπονο βλέποντας τους διαδόχους του «Που είσαι ρε Σάββα;». «Παρών» απαντούσα, από μέσα μου φυσικά. Οι λέξεις όμως δεν ήταν πάντα χαρούμενες, συχνά έβγαιναν λυπημένες βλέποντας τα κλειστά σπίτια να καταρρέουν και εσύ να αναρωτιέσαι τι να έγιναν άραγε οι οικογένειες που κάποτε τα κατοικούσαν και πήραν νωρίς το δρόμο της ξενιτιάς. Οι λέξεις άλλοτε έβγαιναν λαχανιασμένες, όταν μετά την επίπονη ανηφόρα αντικρίζεις ξαφνικά την εκκλησία του χωριού. Κάποτε την ανέβαινα μια και έξω. Πιάνω τον εαυτό μου να γέρνει μία δεξιά, μία αριστερά το κορμί του λες και κάνει ποδήλατο και μου έρχεται στο μυαλό το πρώτο ποδήλατο που κάποτε μου χάρισε ο πατέρας μου. Ένα θρυλικό ποδήλατο που πάνω του εκπαιδεύτηκε ολόκληρη η γενιά μου.
Το μεσημέρι πήγαμε για φαγητό σε μία από τις ταβερνούλες του χωριού. Στον τοίχο υπήρχε μια φωτογραφία του Κωσταντίνου Καραμανλή του παλιότερου, του επονομαζόμενου εθνάρχη και μια φωτογραφία της Αλίκης Βουγιουκλάκη νεότατης να διαφημίζει την μπύρα ΑΛΦΑ. Παράξενο μου φάνηκε. Τι να είχαν στο μυαλό τους οι «μαρκετίδιδες» εκείνης της εποχής. Οι ψάθινες καρέκλες, τα χαρακτηριστικά τραπεζάκια μας διαβεβαίωναν ότι είμασταν ακόμη στη δεκαετία του 60. Τα φασολάκια της κυρά Μαρίας ήταν όπως πάντα υπέροχα. Η κουβέντα περιλάμβανε ταπεινά θέματα, την τιμή του λαδιού, την παραγωγή της επόμενης χρονιάς και τον άτιμο τον καιρό που φέτος χάλασε τα αμπέλια.

Κλήματα από τους αμπελώνες και στις αυλές των σπιτιών στο χωριό του Πάρνωνα που φημίζεται για το κρασί του.
Στην επιστροφή συμφωνήσαμε και οι δύο ότι τα Τσίντζινα είναι ένα πανέμορφο αλλά και λίγο μεταφυσικό μέρος. Μας πέρασε από το μυαλό ότι άνθρωποι αναζητούν συχνά τέτοια μέρη πετώντας για ώρες ή και μέρες με το αεροπλάνο. Τα αναζητούν ταξιδεύοντας σε απίθανα μέρη, τα ψάχνουν στην ανατολή και είναι τελικά πολύ κοντά μόνο 2-3 ώρες από την Αθήνα δηλαδή τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά. Αν αποφασίσετε να οργανώσετε ένα ταξίδι στα Τσίντζινα και στη διαδρομή κάπου χαθείτε, μην ανησυχήσετε. Ρωτώντας, πας παντού…..
-
Στον αναγνώστη αυτού του κειμένου οφείλω τρείς χρηστικές διευκρινήσεις.
- Η πρώτη αφορά την προέλευση λέξη Τσίντζινα. Σε πρώτη ανάγνωση η λέξη φαίνεται να έχει ξενική, αν και κάποιοι λένε ότι έχει Τσακώνικη προέλευση (άντε τώρα να βγάλεις άκρη) και αποφάσισαν να μετονομάσουν το χωριό σε Πολύδροσο. Εγώ Τσίντζινα το έλεγα και θα το λέω πάντα. Το χωριό έχει ιστορία τουλάχιστον οκτώ αιώνων και ακόμη και αν η λέξη είναι «δάνειο» ελάχιστα με ενδιαφέρει. Εθνικό είναι μόνο ότι είναι αληθινό, λέει ο εθνικός μας ποιητής.
- Η δεύτερη διευκρίνηση αφορά το κείμενο που γράφτηκε πριν από κάποια χρόνια. Ελάχιστες αλλαγές έκανα στο κείμενο που διαβάζετε σήμερα γιατί έκρινα ότι επί της ουσίας το κείμενο είναι σαν να γράφτηκε χθες.
- Η τρίτη διευκρίνηση, ενδεχομένως και παρότρυνση είναι ότι στο χωριό λειτουργεί 12 μήνες το χρόνο το ξενοδοχείο Πρυτανείο που θα ξαφνιάσει το μελλοντικό επισκέπτη.
Ξενοδοχείο Πρυτανείο στα Τσίντζινα – Πολύδροσο στον Πάρνωνα, στη Λακωνία.
Διαβάστε στο wetravel.gr το άρθρο της ΄Ελσας Νέζου Σαφάρι με ελέφαντα για να γνωρίσουμε το ρινόκερο στο ΄Ασαμ στην Ινδία